Στον απόηχο για τη διένεξη περί των εξαγγελιών για μειώσεις στον ΕΝΦΙΑ, η εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ δημοσίευσε στις 22.9.2018 βαρυσήμαντο άρθρο του συντάκτη του νόμου περί ΕΝΦΙΑ Καθηγητή Δημόσιας Οικονομικής κ. Νίκου Καραβίτη, το οποίο οφείλει να διαβάσει προσεκτικά καθένας ο οποίος ενδιαφέρεται να γνωρίζει την πικρή αλήθεια γύρω από το φλέγον αυτό θέμα, και ιδιαίτερα όσοι έχουν την αρμοδιότητα λήψης αποφάσεων... 

Και, θα προσθέταμε, να συγκρίνει τις τρεις βασικές του προτάσεις με τις πάγιες θέσεις και προτάσεις της ΠΟΜΙΔΑ...

 Ας με συγχωρέσει ο σύντροφος Ουλιάνοφ για την αναφορά στον τίτλο («Τι να κάνουμε;»), αλλά το γεγονός ότι η κυβέρνηση κακώς έχει αναγάγει τον ΕΝΦΙΑ σε ιδεολογικό θέμα (και δεν βλέπει ότι μαλώνει η πόλη με την περιφέρεια και οι μονίμως κλαυθμυρίζοντες με τα υπερήφανα υποζύγια) ήταν πραγματικός πειρασμός. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Κατ" αρχάς έχουμε την ανάγκη ύπαρξης του ΕΝΦΙΑ. Οι προκάτοχοί του, ΕΕΤΗΔΕ και μετέπειτα ΕΕΤΑ, για λόγους τεχνικούς και πίεσης χρόνου απευθύνονταν μόνο σε ηλεκτροδοτούμενα κτίρια. Αρα, το αντικείμενο της φορολόγησης ήταν πολύ στενό. Αφηναν έξω κάθε είδους οικόπεδα, αν και αυτά είναι ακίνητη περιουσία. Επίσης, ο υπολογισμός του φόρου από τη ΔΕΗ γινόταν στη βάση του υπολογισμού του Τέλους Ακίνητης Περιουσίας των δήμων, όπου πάνω από 1.000 οικισμοί είχαν εξαιρεθεί και περισσότερα από 40 εκατομμύρια τ.μ. χρεώνονταν με μηδενικά τέλη (!). Για να μην αναφέρουμε ότι κτίρια ιδιωτών, τα οποία όμως μίσθωνε το Δημόσιο, δεν πλήρωναν φόρο. Από την άλλη πλευρά, ο ΦΑΠ είχε προβλήματα, εφόσον είχε στενή φορολογική βάση (όχι απλώς πλήρωνε μόνο το 10% των ιδιοκτητών, αλλά το 0,5% συνεισέφερε το 60% των εσόδων!). Τέλος, η υπέρογκη επιβάρυνση, λόγω έλλειψης εισοδήματος αναλόγου της ακίνητης περιουσίας, μείωνε την εισπραξιμότητά του και οδηγούσε σε διαμοιρασμό της ακίνητης περιουσίας σε άλλα φυσικά πρόσωπα, ή μεταφορά της σε νομικά πρόσωπα, καθιστώντας εύκολη τη φοροαποφυγή.

Η εισαγωγή του ΕΝΦΙΑ ήταν αντικειμενική ανάγκη, αλλά έγινε στρεβλά. Το εκτρωματικό υβρίδιο που έχουμε τώρα, αποτέλεσμα μάχης συμφερόντων, περιλαμβάνει τόσο τον «original» ΕΝΦΙΑ, όσο και τον ΦΑΠ (με το προσωπείο του συμπληρωματικού ΕΝΦΙΑ), χωρίς να λαμβάνει υπόψη ότι όποιος έχει μεγάλη ακίνητη περιουσία δεν έχει κατ" ανάγκη και υψηλά εισοδήματα. Παρ" όλα αυτά, η κυβέρνηση απερίσκεπτα σχεδιάζει να εισαγάγει έναν προοδευτικότατο ΦΑΠ που θα αποδίδει τουλάχιστον τα τριπλάσια (!) έσοδα από πριν και που θα τον πληρώνουν ελάχιστοι (αν έχουν).

Αν θέλουμε να προχωρήσουμε δίκαια και αποτελεσματικά, οι κατευθύνσεις είναι απλές:

– Κατάργηση του συμπληρωματικού ΕΝΦΙΑ (έτσι φεύγει από τη μέση κι όλη αυτή η ανούσια συζήτηση περί «αντικειμενικών» αξιών).

– Αύξηση του ΕΝΦΙΑ στα ακίνητα εκτός σχεδίου πόλης (που τώρα πληρώνουν κάτι παραπάνω από τίποτα).

– Απόδοση του ΕΝΦΙΑ στους ΟΤΑ (όπως ήταν ο αρχικός σχεδιασμός).

Από εκεί και πέρα μπορεί να γίνει οποιαδήποτε παραμετρική προσαρμογή (διάβαζε μείωση), ανάλογα με το τι αντέχει ο δημόσιος κορβανάς. Και να θυμόμαστε: μείωση φόρου είναι δυνατή μόνο με αύξηση του ελλείμματος, αλλιώς κάποιος άλλος φόρος θα πρέπει να αυξηθεί ή κάποια δαπάνη να μειωθεί. Πολύ σημαντική είναι η απόδοση του ΕΝΦΙΑ στους ΟΤΑ, αλλά δεν πρέπει να γίνει με απλή περικοπή των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων (ΚΑΠ). Το σύστημα των ΚΑΠ θα πρέπει να αναδιαμορφωθεί εκ βάθρων με τελείως διαφορετική λογική από την τωρινή και να παρέχει μόνο μικρή συμπληρωματικού τύπου χρηματοδότηση και επενδυτικούς πόρους στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Αυτό θα αποτελέσει τεράστια διαρθρωτική μεταβολή και θα προκαλέσει φοβερά έντονες αντιπαραθέσεις, που θα κάνει την αντιπαράθεση για τον ΕΝΦΙΑ να φαντάζει ως συζήτηση κυριών σε απογευματινό τέιο. Η επόμενη κυβέρνηση θα πρέπει να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων και να αποφύγει ad hoc αδιαφανή ημίμετρα. Ο δρόμος της αρετής είναι πάντα ο πιο δύσκολος.

Ο κ. Νίκος Καραβίτης είναι καθηγητής Δημόσιας Οικονομικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ στις 22.9.2018, και το αναδημοσιεύουμε λόγω του ιδιαιτέρου ενδιαφέροντός του.